Η προσπάθεια να αξιολογήσει κανείς μία ελληνική μπύρα δυτικού στιλ μού φέρνει στο μυαλό τη στάση των κριτικών κινηματογράφου, όταν βγαίνει στις αίθουσες μία ελληνική ταινία. "Να μην τον μαυρίσουμε μπας και πουλήσει κανα εισιτήριο, ο σκηνοθέτης είναι φίλος μας, ο ελληνικός κινηματογράφος χρειάζεται και τεχνητή ώθηση για να βελτιωθεί".
Έτσι φτάσαμε να έχουμε μόνο τον Αγγελόπουλο και το Γαλλοέλληνα Γαβρά. Και από εκεί και πέρα βλέπει κανείς τον Χαραλαμπόπουλο να παίζει σε feel good μπολιγουντιανά ταινιάκια για όλη την οικογένεια, ενώ παράλληλα διαφημίζει στην τηλεόραση επισφαλή δάνεια ελληνικών καλοπροαίρετων τραπεζών, που δεν θα βγάλουν τα σπίτια μας στο σφυρί μέχρι το τέλος του χρόνου.
Σε αυτό το κλίμα, όταν δοκίμασα πριν από δύο χρόνια τη Genesis Weiss ήμουν επιεικής και πολιτικά ορθός. Τώρα όμως που δοκίμασα και τη Bεργίνα Weiss, δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο την ίδια τακτική.
Τρέφω σεβασμό στις προσπάθειες των ζυθοποιών να εμπλουτίσουν την ελληνική palette de degustation, αλλά την ίδια στιγμή, όταν βλέπει κανείς να αυξάνονται οι επιλογές του και δεν γνωρίζει ακόμη πολλά περί μπύρας, θα ρωτήσει κάποιον, ο οποίος καυχιέται ότι γνωρίζει περισσότερα, ποια είναι η καλύτερη για να δει Τσάμπιονς Λιγκ και την καράφλα του Κετσπάγια να γυαλίζει για τελευταία φορά στο Καραϊσκάκη.
Εχοντας πλέον πιει τρεις ελληνικές εμφιαλωμένες σταρένιες βαυαρικού τύπου, πιστεύω ταπεινά ότι μόνο μία από αυτές περνάει τη βάση. Πρόκειται για την πιο παλιά εκ των τριών, την Craft.
Χωρίς υπερβολές, ισορροπημένη, με το κατάλληλο διάφανο παρουσιαστικό ενδεχομένως να ξεγελούσε και έναν Γερμανό ότι είναι από την πατρίδα του, όπως το feta cheese από τη Δανία. Θέλει μόνο λίγη προσοχή η βαρελίσια, γιατί υπάρχουν κάποιοι μαγαζάτορες που ενδεχομένως να βγάζουν τα βαρέλια για ηλιοθεραπεία…
Από την άλλη, το μπουκάλι Bεργίνα Weiss που με κέρασε ο raclettist στο σπίτι του με γέμισε με απορίες. Οταν έκατσε και ο αφρός στο ποτήρι της Paulaner μού έκανε εντύπωση η θολή της όψη και ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη μού προκάλεσε η γεύση της. Αρκετά γλυκιά για σταρένια και φουλ στο άρωμα. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ροδάκινο, αλλά μετά ο raclettist μού είπε ότι είναι μπανάνα. Προφανώς επηρεάστηκα και πάλι από τους τενεκεδένιους χυμούς που μας έδιναν στο Δημοτικό οι σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ από τη σοδειά της Ημαθίας που είχε μείνει απούλητη. Το αυτό είχα πάθει άλλωστε και με την Genesis Weiss, την οποία είχα κατεβάσει αργά, όπως έγινε και με τη Βεργίνα.
Ετσι, αντί το μυαλό μου να μεταφερθεί συνειρμικά σε κάποιες κλασικές μπύρες της Βαυαρίας, πήγε κατευθείαν στα εργαστήρια και τα πειραματόζωα.
Αν είναι στόχος τους να φτάσουν τους Βαυαρούς, θα πρέπει να κάνουν μεγάλη προσπάθεια ώστε να αποφύγουν τις υπερβολές, να ξαναδούν τις δοσολογίες τους και να κάνουν οι ίδιοι τους δοκιμαστές και όχι εμείς. Αν όμως θέλουν να μεταλλάξουν το είδος ελληνιστί, μπορεί να μείνουν στην ιστορία μαζί με την Genesis ως σκαπανείς του, καθώς μάλιστα έχω ακούσει από κάποιους ότι τους αρέσει.
Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι Βερολινέζοι πίνουν weiss με σιρόπια…
Υ.Γ. Θα ήθελα, έστω και ετεροχρονισμένα, να εκφράσω τη συμπάθειά μου στην εταιρεία Βεργίνα για τον πόλεμο που δέχθηκε από τον μονοπωλιακό γίγαντα της αγοράς. Αν και δεν μου αρέσουν οι exploitation επωνυμίες, η δημοσιοποίηση της υπόθεσης από την εφημερίδα “To Βήμα” συγκίνησε όλους τους μπυρόφιλους και για πρώτη φορά έδειξε πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα για τους ανεξάρτητους ζυθοποιούς και τους αγνούς ζυθοπότες.